perplexing
Pronunciation
/pɝˈpɫɛksɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "perplexing"στα αγγλικά

perplexing
01

περίπλοκος, σαστισμένος

causing confusion due to being complex or unclear
perplexing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perplexing
συγκριτικός βαθμός
more perplexing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The paradox presented in the philosophy class was particularly perplexing.
Το παράδοξο που παρουσιάστηκε στο μάθημα της φιλοσοφίας ήταν ιδιαίτερα περίπλοκο.

Λεξικό Δέντρο

perplexing
perplex
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store