Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perplexing
01
περίπλοκος, σαστισμένος
causing confusion due to being complex or unclear
Παραδείγματα
The paradox presented in the philosophy class was particularly perplexing.
Το παράδοξο που παρουσιάστηκε στο μάθημα της φιλοσοφίας ήταν ιδιαίτερα περίπλοκο.
Λεξικό Δέντρο
perplexing
perplex



























