Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perplexing
01
περίπλοκος, σαστισμένος
causing confusion due to being complex or unclear
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most perplexing
συγκριτικός βαθμός
more perplexing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The professor posed a perplexing question that stumped the entire class.
Ο καθηγητής έθεσε μια περίπλοκη ερώτηση που μπέρδεψε ολόκληρη την τάξη.
Λεξικό Δέντρο
perplexing
perplex



























