Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perpendicularly
01
καθέτως, σε ορθή γωνία
at a 90-degree angle to a given line, plane, or surface
Παραδείγματα
The satellite dish must face perpendicularly to the ground for optimal signal.
Ο δορυφορικός δίσκος πρέπει να είναι στραμμένος κάθετα στο έδαφος για βέλτιστο σήμα.
02
καθέτως, κατακόρυφα
straight up or down without a break
Λεξικό Δέντρο
perpendicularly
perpendicular



























