Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pentathlon
01
πένταθλο, αγώνας πένταθλου
an athletic competition with five different events
Παραδείγματα
He won the gold medal in the pentathlon at the Olympics.
Κέρδισε το χρυσό μετάλλιο στο πένταθλο στους Ολυμπιακούς Αγώνες.



























