pentahedron
pen
ˌpɛn
pen
ta
hed
ˈhi:d
hid
ron
rən
rēn
pentahedra

Ορισμός και σημασία του "pentahedron"στα αγγλικά

01

πεντάεδρο, στερεό σχήμα με πέντε επίπεδες έδρες

(geometry) a solid figure with five flat faces 
pentahedron definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
pentahedra
Παραδείγματα
The student constructed a pentahedron for her geometry project using cardboard and tape. 

Η μαθήτρια κατασκεύασε ένα πεντάεδρο για το γεωμετρικό της έργο χρησιμοποιώντας χαρτόνι και ταινία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store