Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pent-up
01
καταπιεσμένος, περιορισμένος
(of an emotion, etc.) restrained or restricted, often due to external factors
Παραδείγματα
The actor 's pent-up excitement before the big premiere was palpable as he paced nervously backstage.
Ο συγκρατημένος ενθουσιασμός του ηθοποιού πριν από τη μεγάλη πρεμιέρα ήταν αισθητός καθώς περπατούσε νευρικά στα παρασκήνια.
02
καταπιεσμένος, συγκρατημένος
keeping emotions, desires, etc. inside and not releasing or expressing them outwardly
Παραδείγματα
The tight deadline left the entire office feeling too pent-up to think clearly.
Η στενή προθεσμία άφησε ολόκληρο το γραφείο να αισθάνεται πολύ καταπιεσμένο για να σκεφτεί καθαρά.



























