Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Peccadillo
01
μικροαμάρτημα, μικρό λάθος
a small excusable offense or mistake
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peccadilloes
Παραδείγματα
The author ’s occasional typos were considered peccadillos rather than serious errors.
Τα περιστασιακά τυπογραφικά λάθη του συγγραφέα θεωρήθηκαν μικροαμαρτήματα παρά σοβαρά λάθη.



























