peccadillo
pe
ˌpɛ
pe
cca
di
ˈdɪ
di
llo
ləʊ
lew
granadillojaboncillocaimitilloblanquillo

Ορισμός και σημασία του "peccadillo"στα αγγλικά

01

μικροαμάρτημα, μικρό λάθος

a small excusable offense or mistake 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
peccadilloes
Παραδείγματα
Forgetting an anniversary is a peccadillo, not a relationship-ending crime. 

Το να ξεχάσεις μια επέτειο είναι ένα μικρό αμάρτημα, όχι ένα έγκλημα που τερματίζει μια σχέση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store