paucity
pau
ˈpɔ:
paw
ci
ty
ti
ti

Ορισμός και σημασία του "paucity"στα αγγλικά

01

έλλειψη, σπανιότητα

a lacking amount or number of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paucities
Παραδείγματα
The paucity of evidence made it difficult to prove the case in court. 

Η έλλειψη αποδεικτικών στοιχείων έκανε δύσκολη την απόδειξη της υπόθεσης στο δικαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store