paunch
paunch
pɔ:nʧ
pawnch
punch

Ορισμός και σημασία του "paunch"στα αγγλικά

01

κοιλιά, στομάχι

a protruding belly caused by excess fat or lack of muscle tone in the abdominal area 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paunches

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

paunchy
paunch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store