pauper
pau
ˈpɔ:
paw
per
paperpamper

Ορισμός και σημασία του "pauper"στα αγγλικά

01

φτωχός, επαίτης

a person who is financially in trouble 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paupers

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

pauperism
pauperize
pauper
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store