Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parochial
01
ενοριακός, σχετικός με την εκκλησιαστική ενορία
of or relating to a church parish
Παραδείγματα
Parochial boundaries determine which church you belong to.
Τα ενοριακά όρια καθορίζουν σε ποια εκκλησία ανήκετε.
02
στενόμυαλος, περιορισμένος
possessing a limited understanding or point of view, and not open to broadening it
Παραδείγματα
He criticized the project for its parochial perspective, arguing it lacked innovation and inclusivity.
Κριτικάριε το έργο για την στενόμυαλη του προοπτική, υποστηρίζοντας ότι στερούταν καινοτομίας και ενclusivity.
Λεξικό Δέντρο
parochially
parochial



























