to parboil
Pronunciation
/ˈpɑɹˌbɔɪɫ/

Ορισμός και σημασία του "parboil"στα αγγλικά

to parboil
01

αποχρωματίζω, μισοβράζω

to partly boil food, especially vegetables
to parboil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
parboil
γ΄ ενικό πρόσωπο
parboils
ενεστώτα μετοχή
parboiling
απλός αόριστος
parboiled
παθητική μετοχή
parboiled
Παραδείγματα
She decided to parboil the rice before stir-frying it with vegetables and spices for a quick and flavorful meal.
Αποφάσισε να ζεματίσει το ρύζι πριν το τσιγαρίσει με λαχανικά και μπαχαρικά για ένα γρήγορο και γευστικό γεύμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store