paratrooper
pa
ˈpæ
παι
rat
ˌrət
ρατ
roo
ru:
ρου
per
πα

Ορισμός και σημασία του "paratrooper"στα αγγλικά

01

αλεξιπτωτιστής, στρατιώτης αλεξιπτωτιστής

a military personnel trained to parachute from aircraft into combat zones 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
paratroopers
Παραδείγματα
The paratrooper jumped from the plane into enemy territory under the cover of night. 

Ο αλεξιπτωτιστής πήδηξε από το αεροπλάνο σε εχθρική περιοχή κάτω από την κάλυψη της νύχτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store