Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parched
01
διψασμένος, αφυδατωμένος
extremely thirsty or in need of liquid refreshment
Παραδείγματα
After spending hours in the hot sun, he felt parched and desperately needed a drink of water.
Αφού πέρασε ώρες στον καυτό ήλιο, ένιωθε ξεραμένος και απεγνωσμένα χρειαζόταν ένα ποτήρι νερό.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most parched
συγκριτικός βαθμός
more parched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The parched ground cracked under the intense sun.
Το ξεραμένο έδαφος ράγισε κάτω από τον έντονο ήλιο.
03
ψημένος, ελαφρώς ψημένος
toasted or roasted slightly
Parched
01
ένα απλό σύστημα λογιστικής, ένα βιβλίο λογιστικής με μία εγγραφή
a simple bookkeeping system; transactions are entered in only one account
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
parcheds
Λεξικό Δέντρο
parched
parch



























