Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parched
01
διψασμένος, αφυδατωμένος
extremely thirsty or in need of liquid refreshment
Παραδείγματα
She woke up in the middle of the night feeling parched and stumbled to the kitchen for a glass of water.
Ξύπνησε στη μέση της νύχτας νιώθοντας διψασμένη και σκοντάφτηκε προς την κουζίνα για ένα ποτήρι νερό.
Παραδείγματα
The parched grass crunched underfoot as they walked through the field.
Το ξεραμένο γρασίδι τρίζει κάτω από τα πόδια τους καθώς περπατούσαν στο χωράφι.
03
ψημένος, ελαφρώς ψημένος
toasted or roasted slightly
Parched
01
ένα απλό σύστημα λογιστικής, ένα βιβλίο λογιστικής με μία εγγραφή
a simple bookkeeping system; transactions are entered in only one account
Λεξικό Δέντρο
parched
parch



























