packed
Pronunciation
/ˈpækt/

Ορισμός και σημασία του "packed"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στενός

densely filled or crowded with people or things
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most packed
συγκριτικός βαθμός
more packed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The concert attracted a packed crowd, with no empty seats in sight.
Το κοντσέρτο προσέλκυσε ένα γεμάτο πλήθος, χωρίς κενές θέσεις στην οπτική γωνία.
02

συμπιεσμένος, συμπαγής

pressed together or compressed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store