packed
packed
pækt
pākt
parked

Ορισμός και σημασία του "packed"στα αγγλικά

01

γεμάτος, στενός

densely filled or crowded with people or things 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most packed
συγκριτικός βαθμός
more packed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The stadium was packed with fans cheering for their favorite team. 

Το στάδιο ήταν γεμάτο με οπαδούς που υποστηρίζουν την αγαπημένη τους ομάδα.

02

συμπιεσμένος, συμπαγής

pressed together or compressed 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store