packaged
pa
ˈpæ
ckaged
kɪʤd
kijd

Ορισμός και σημασία του "packaged"στα αγγλικά

01

συσκευασμένος, τυλιγμένος

enclosed in a package or protective covering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most packaged
συγκριτικός βαθμός
more packaged
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

prepackaged
unpackaged
packaged
package
pack
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store