Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
packaged
01
συσκευασμένος, τυλιγμένος
enclosed in a package or protective covering
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most packaged
συγκριτικός βαθμός
more packaged
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
products, containers, commerce
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
prepackaged
unpackaged
packaged
package
pack



























