Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to own up
01
ομολογώ, αναλαμβάνω την ευθύνη
to confess and take responsibility for one's mistakes
Transitive: to own up to one's mistakes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
own
ενεστώτας
own up
γ΄ ενικό πρόσωπο
owns up
ενεστώτα μετοχή
owning up
απλός αόριστος
owned up
παθητική μετοχή
owned up
Παραδείγματα
The student chose to own up to plagiarizing the essay and faced the academic consequences.
Ο μαθητής επέλεξε να ομολογήσει τη λογοκλοπή της έκθεσης και αντιμετώπισε τις ακαδημαϊκές συνέπειες.



























