Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accord
01
χορηγώ, παραχωρώ
to grant permission or approval for someone to possess or have something
Ditransitive: to accord sb a right or permission
Παραδείγματα
The constitution accords all citizens freedom of speech and assembly.
Το σύνταγμα παρέχει σε όλους τους πολίτες την ελευθερία του λόγου και της συνάθροισης.
02
συμφωνώ, ταιριάζω
to agree or correspond with one another in a compatible way
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
accord
γ΄ ενικό πρόσωπο
accords
ενεστώτα μετοχή
according
απλός αόριστος
accorded
παθητική μετοχή
accorded
Παραδείγματα
Their relationship no longer accorded as their priorities drifted apart over time.
Η σχέση τους δεν συνέπιπτε πλέον καθώς οι προτεραιότητές τους απομακρύνθηκαν με το πέρασμα του χρόνου.
Accord
01
αρμονία, συμφωνία
natural harmony between people or things
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accords
Παραδείγματα
There was a remarkable accord between the partners' working styles.
Υπήρχε μια αξιοσημείωτη συμφωνία μεταξύ των εργασιακών στυλ των συνεργατών.
02
συμφωνία, σύμβαση
a state of agreement or concurrence of opinion, will, or feeling among individuals or groups
Παραδείγματα
The two parties reached an accord after hours of negotiation.
Οι δύο πλευρές κατέληξαν σε συμφωνία μετά από ώρες διαπραγμάτευσης.
Λεξικό Δέντρο
accordance
accordant
disaccord
accord



























