Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overuse
01
υπερβολική χρήση, κατάχρηση
the excessive use of something, often leading to wear, harm, or diminished effectiveness
Παραδείγματα
The team ’s overuse of their star player led to his injury.
Η υπερβολική χρήση του αστέρα της ομάδας οδήγησε στον τραυματισμό του.
to overuse
01
καταχρώμαι, χρησιμοποιώ υπερβολικά
to use something excessively or beyond reasonable limits
Transitive: to overuse sth
Παραδείγματα
Overusing credit cards without proper financial management can lead to accumulating debt and financial instability.
Η υπερβολική χρήση πιστωτικών καρτών χωρίς σωστή οικονομική διαχείριση μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση χρέους και οικονομική αστάθεια.
Λεξικό Δέντρο
overuse
use



























