overriding
o
ˌəʊ
ew
ve
rri
ˈraɪ
rai
ding
dɪng
ding
overrating

Ορισμός και σημασία του "overriding"στα αγγλικά

overriding
01

πρωταρχικός, επικρατών

having more importance or influence than other factors 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most overriding
συγκριτικός βαθμός
more overriding
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The overriding concern of the meeting was the company's financial stability. 

Η πρωταρχική ανησυχία της συνάντησης ήταν η οικονομική σταθερότητα της εταιρείας.

Λεξικό Δέντρο

overriding
override
ride
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store