Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Overpass
01
ανισόπεδη διασταύρωση, οδογέφυρα
a type of bridge that is built over a road to provide a different passage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
overpasses
02
υπερπέρασμα, πολύ ψηλή πάσα
a situation in which a volleyball player accidentally sets the ball too close to the net, making it easy for the opposing team to attack
Παραδείγματα
The team needs to work on minimizing overpasses during practice.
Η ομάδα πρέπει να εργαστεί για την ελαχιστοποίηση των υπερπερασμάτων κατά την προπόνηση.
Λεξικό Δέντρο
overpass
pass



























