Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to overhear
01
ακούω κατά λάθος, κρυφακούω
to unintentionally hear a conversation or someone's remarks
Transitive: to overhear a conversation or remark
Ditransitive: to overhear sb doing sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overhear
γ΄ ενικό πρόσωπο
overhears
ενεστώτα μετοχή
overhearing
απλός αόριστος
overheard
παθητική μετοχή
overheard
Παραδείγματα
They were laughing so loudly that everyone in the room could overhear them.
Γέλαγαν τόσο δυνατά που όλοι στο δωμάτιο μπορούσαν να τους ακούσουν κατά λάθος.
Λεξικό Δέντρο
overhear
hear



























