to overgorge
o
ˌəʊ
εου
ver
βα
gorge
ˈgɔ:ʤ
γκοτζ
overlarge

Ορισμός και σημασία του "overgorge"στα αγγλικά

to overgorge
01

καταβροχθίζω, τρώω ασυγκράτητα

overeat or eat immodestly; make a pig of oneself 
to overgorge definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
overgorge
γ΄ ενικό πρόσωπο
overgorges
ενεστώτα μετοχή
overgorging
απλός αόριστος
overgorged
παθητική μετοχή
overgorged

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

overgorge
gorge
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store