automobile
Pronunciation
/ˈɔːtəməbiːl/
auto

Ορισμός και σημασία του "automobile"στα αγγλικά

01

αυτοκίνητο, αμάξι

a motorized vehicle designed for personal transportation
automobile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
automobiles
Παραδείγματα
Safety features such as airbags and anti-lock brakes are standard in modern automobiles to protect occupants in case of accidents.
Χαρακτηριστικά ασφαλείας όπως τα airbags και τα αντιμπλοκαριστικά φρένα είναι στάνταρ στα μοντέρνα αυτοκίνητα για την προστασία των επιβατών σε περίπτωση ατυχημάτων.
to automobile
01

αυτοκινητοποιώ, ταξιδεύω με αυτοκίνητο

to travel or move from place to place by automobile
to automobile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
automobile
γ΄ ενικό πρόσωπο
automobiles
ενεστώτα μετοχή
automobiling
απλός αόριστος
automobiled
παθητική μετοχή
automobiled
Παραδείγματα
He automobiles daily between towns for work.
Αυτός αυτοκίνητο καθημερινά μεταξύ πόλεων για δουλειά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store