Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
automotive
01
αυτοκινητικός, οχημάτων
related to the design, development, and maintenance of cars and other vehicles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
vehicles, industry, engineering
02
αυτοκινητικός, μοτορικός
containing within itself the means of propulsion or movement
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
automotive
motive
mot



























