automobile
au
ɔ:
aw
to
təʊ
tew
mo
məʊ
mew
bile
baɪl
bail
auto

Ορισμός και σημασία του "automobile"στα αγγλικά

01

αυτοκίνητο, αμάξι

a motorized vehicle designed for personal transportation 
automobile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
automobiles
Παραδείγματα
After years of saving, she finally purchased her dream automobile, a sleek and stylish sports car. 

Μετά από χρόνια αποταμίευσης, αγόρασε επιτέλους το ονειρεμένο της αυτοκίνητο, ένα κομψό και στυλάτο σπορ αυτοκίνητο.

to automobile
01

αυτοκινητοποιώ, ταξιδεύω με αυτοκίνητο

to travel or move from place to place by automobile 
to automobile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
automobile
γ΄ ενικό πρόσωπο
automobiles
ενεστώτα μετοχή
automobiling
απλός αόριστος
automobiled
παθητική μετοχή
automobiled
Παραδείγματα
They automobiled across the countryside last summer. 

Οδηγούσαν στην ύπαιθρο το περασμένο καλοκαίρι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

automobilist
automobile
mobile
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store