Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outweigh
01
υπερτερώ, έχω μεγαλύτερη σημασία
to have more value, effect or importance than other things
Transitive: to outweigh importance or value of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
outweigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
outweighs
ενεστώτα μετοχή
outweighing
απλός αόριστος
outweighed
παθητική μετοχή
outweighed
Παραδείγματα
The joy and fulfillment of pursuing one 's passion can outweigh the financial sacrifices it may entail.
Η χαρά και η ολοκλήρωση της επιδίωξης του πάθους κάποιου μπορεί να υπερνικήσει τις οικονομικές θυσίες που μπορεί να συνεπάγεται.
02
υπερβαίνω σε βάρος, ζυγίζω περισσότερο από
to have more mass than something or someone
Transitive: to outweigh sth
Παραδείγματα
The lead box outweighed the cardboard container by a large margin.
Το μολύβδινο κουτί υπερέβαλε το χαρτονένιο δοχείο κατά μεγάλο περιθώριο.



























