Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to outweigh
01
υπερτερώ, έχω μεγαλύτερη σημασία
to have more value, effect or importance than other things
Transitive: to outweigh importance or value of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
outweigh
γ΄ ενικό πρόσωπο
outweighs
ενεστώτα μετοχή
outweighing
απλός αόριστος
outweighed
παθητική μετοχή
outweighed
Παραδείγματα
The benefits of regular exercise outweigh the inconvenience of waking up early to go to the gym.
Τα οφέλη της τακτικής άσκησης υπερτερούν της ταλαιπωρίας του ξυπνήματος νωρίς για να πάτε στο γυμναστήριο.
02
υπερβαίνω σε βάρος, ζυγίζω περισσότερο από
to have more mass than something or someone
Transitive: to outweigh sth
Παραδείγματα
The pile of bricks outweighs the wooden beams in this construction project.
Ο σωρός των τούβλων ζυγίζει περισσότερο από τις ξύλινες δοκούς σε αυτό το οικοδομικό έργο.



























