outward-bound
Pronunciation
/ˈaʊtwɚdbˈaʊnd/

Ορισμός και σημασία του "outward-bound"στα αγγλικά

outward-bound
01

εξερχόμενος, με κατεύθυνση προς τα έξω

having a direction or journey leading away from an origin or home base
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outward-bound caravan crossed the desert, heading for the distant oasis.
Η προς τα έξω καραβάνι διέσχισε την έρημο, κατευθυνόμενη προς την μακρινή όαση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store