outraged
Pronunciation
/ˈaʊˌtɹeɪdʒd/

Ορισμός και σημασία του "outraged"στα αγγλικά

01

αγανακτισμένος, προσβεβλημένος

feeling very angry or deeply offended
outraged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outraged
συγκριτικός βαθμός
more outraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The outraged parents voiced their concerns at the school board meeting.
Οι αγανακτισμένοι γονείς εξέφρασαν τις ανησυχίες τους στη συνεδρίαση του σχολικού συμβουλίου.

Λεξικό Δέντρο

outraged
outrage

out

+

rage

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store