outraged
out
ˈaʊt
awt
raged
ˌreɪʤd
reijd
outrigged

Ορισμός και σημασία του "outraged"στα αγγλικά

01

αγανακτισμένος, προσβεβλημένος

feeling very angry or deeply offended 
outraged definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most outraged
συγκριτικός βαθμός
more outraged
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt outraged when he heard about the government's decision to cut funding for education. 

Αισθάνθηκε αγανάκτηση όταν άκουσε για την απόφαση της κυβέρνησης να μειώσει τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης.

Λεξικό Δέντρο

outraged
outrage

out

+

rage

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store