Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outlandish
01
εκκεντρικός, παράξενος
unconventional or strange in a way that is striking or shocking
Παραδείγματα
The outlandish menu at the experimental restaurant featured avant-garde culinary creations that divided diners with their unconventional flavors.
Το παράξενο μενού στο πειραματικό εστιατόριο περιελάμβανε αβανγκάρντ γαστρονομικές δημιουργίες που χώριζαν τους επισκέπτες με τις ασυνήθιστες γεύσεις τους.
Παραδείγματα
The king ’s attire was considered outlandish, as it reflected the extravagant styles of foreign courts.
Η ενδυμασία του βασιλιά θεωρήθηκε εξωτική, καθώς αντανακλούσε τις εξωφρενικές τεχνοτροπίες των ξένων αυλών.



























