Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
outdoors
Παραδείγματα
He works best when he can spend a few hours outdoors each day.
Δουλεύει καλύτερα όταν μπορεί να περάσει μερικές ώρες έξω κάθε μέρα.
Outdoors
01
έξω, φύση
the world of nature outside human-built environments, often associated with wilderness, recreation, and open landscapes
Παραδείγματα
For many, the outdoors is not just a location, it's a way of life.
Για πολλούς, το ύπαιθρο δεν είναι απλώς μια τοποθεσία, είναι ένας τρόπος ζωής.
02
έξω, ανοιχτός αέρας
the external environment outside of any enclosed or indoor space
Παραδείγματα
A sudden gust from the outdoors blew the papers off the desk.
Ένας ξαφνικός άνεμος από το εξωτερικό έριξε τα χαρτιά από το γραφείο.
outdoors
Παραδείγματα
The outdoors activities available at the resort include zip-lining and nature walks.
Οι εξωτερικές δραστηριότητες που διατίθενται στο θέρετρο περιλαμβάνουν zip-lining και περιπάτους στη φύση.



























