open-air
Pronunciation
/ˈoʊpənˈɛɹ/

Ορισμός και σημασία του "open-air"στα αγγλικά

01

υπαίθριος, ανοιχτός

(of an area or space) situated outside and is not covered or enclosed in any way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most open-air
συγκριτικός βαθμός
more open-air
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The open-air theater allowed the audience to enjoy the performance under the stars.
Το ανοιχτό θέατρο επέτρεψε στο κοινό να απολαύσει την παράσταση κάτω από τα αστέρια.
02

υπαίθριο, ανοιχτός

(of events, activities, etc.) happening outside, without being enclosed by walls or a roof
Παραδείγματα
The open-air concert allowed people to enjoy live music while surrounded by nature.
Η υπαίθρια συναυλία επέτρεψε στους ανθρώπους να απολαύσουν ζωντανή μουσική ενώ ήταν περιβαλλόμενοι από τη φύση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store