Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ostensible
01
φαινομενικός, υποτιθέμενος
appearing or stated to be true or real, but potentially deceptive or misleading
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ostensible
συγκριτικός βαθμός
more ostensible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ostensible purpose of the meeting was to discuss new business strategies, but much of the time was spent gossiping.
Ο φαινομενικός σκοπός της συνάντησης ήταν να συζητηθούν νέες επιχειρηματικές στρατηγικές, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου δαπανήθηκε σε κουτσομπολιά.
Λεξικό Δέντρο
ostensibly
ostensible
ostens



























