ostensible
os
ˈɒs
os
ten
tɛn
ten
si
si
ble
bəl
bēl
defensibleextensibleinsensiblecompensable

Ορισμός και σημασία του "ostensible"στα αγγλικά

ostensible
01

φαινομενικός, υποτιθέμενος

appearing or stated to be true or real, but potentially deceptive or misleading 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ostensible
συγκριτικός βαθμός
more ostensible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ostensible purpose of the meeting was to discuss new business strategies, but much of the time was spent gossiping. 

Ο φαινομενικός σκοπός της συνάντησης ήταν να συζητηθούν νέες επιχειρηματικές στρατηγικές, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου δαπανήθηκε σε κουτσομπολιά.

02

φαινομενικός, υποτιθέμενος

stated or appearing to be true, but possibly not so 
Παραδείγματα
The ostensible reason for his visit was to apologize. 

Ο φαινομενικός λόγος για την επίσκεψή του ήταν να ζητήσει συγγνώμη.

Λεξικό Δέντρο

ostensibly
ostensible
ostens
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store