Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ostensible
01
φαινομενικός, υποτιθέμενος
appearing or stated to be true or real, but potentially deceptive or misleading
Παραδείγματα
Her ostensible reason for missing work was sickness, but coworkers suspected she was really hungover.
Ο φαινομενικός λόγος της για την απουσία της από τη δουλειά ήταν η ασθένεια, αλλά οι συνάδελφοί της υποψιάζονταν ότι πραγματικά είχε πονοκέφαλο από μεθύσι.
Λεξικό Δέντρο
ostensibly
ostensible
ostens



























