osculate
os
ˈɑ:s
ασ
cu
kjʊ
κγου
late
ˌleɪt
λειτ
/ˈɒskjʊlˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "osculate"στα αγγλικά

to osculate
01

φιλώ, ασπάζομαι

to press one's lips against someone's lips or body to show affection or sexual desire
to osculate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
osculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
osculates
ενεστώτα μετοχή
osculating
απλός αόριστος
osculated
παθητική μετοχή
osculated
02

εφάπτομαι, αγγίζω σε τουλάχιστον τρία σημεία

(geometry) to touch another curve or surface in at least three points
03

ταλαντεύομαι μεταξύ δύο κατηγοριών, βρίσκομαι στη μέση μεταξύ δύο κατηγοριών

to be in the middle of two categories

Λεξικό Δέντρο

inosculate
osculation
osculator
osculate
oscul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store