Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to osculate
01
φιλώ, ασπάζομαι
to press one's lips against someone's lips or body to show affection or sexual desire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
osculate
γ΄ ενικό πρόσωπο
osculates
ενεστώτα μετοχή
osculating
απλός αόριστος
osculated
παθητική μετοχή
osculated
02
εφάπτομαι, αγγίζω σε τουλάχιστον τρία σημεία
(geometry) to touch another curve or surface in at least three points
03
ταλαντεύομαι μεταξύ δύο κατηγοριών, βρίσκομαι στη μέση μεταξύ δύο κατηγοριών
to be in the middle of two categories
Λεξικό Δέντρο
inosculate
osculation
osculator
osculate
oscul



























