ossicle
o
ˈɑ:
α
ssi
σι
cle
kəl
καλ
/ˈɒsɪkə‍l/

Ορισμός και σημασία του "ossicle"στα αγγλικά

01

ωτακίσκος, μικρό οστό του μέσου αυτιού

a small bone found in the middle ear that helps transmit sound vibrations and facilitate hearing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ossicles
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store