ossicle
o
ˈɒ
ο
ssi
σι
cle
kəl
καλ
icicle

Ορισμός και σημασία του "ossicle"στα αγγλικά

01

ωτακίσκος, μικρό οστό του μέσου αυτιού

a small bone found in the middle ear that helps transmit sound vibrations and facilitate hearing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ossicles

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store