Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ossicle
01
ωτακίσκος, μικρό οστό του μέσου αυτιού
a small bone found in the middle ear that helps transmit sound vibrations and facilitate hearing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ossicles
LanGeek



























