oscilloscope
osc
ˈəs
ēs
i
ɪ
i
llos
ləs
lēs
cope
kəʊp
kewp

Ορισμός και σημασία του "oscilloscope"στα αγγλικά

01

οθονόσκοπος, ταλαντοσκόπιο

an electronic instrument used to graphically display and analyze voltage signals over time, showing the waveform's amplitude, frequency, and other characteristics 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
oscilloscopes
Παραδείγματα
The engineer used an oscilloscope to troubleshoot the circuit and identify the faulty component. 

Ο μηχανικός χρησιμοποίησε ένα οσκολόσκοπο για να αντιμετωπίσει προβλήματα στο κύκλωμα και να εντοπίσει το ελαττωματικό στοιχείο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store