Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oscillate
01
ταλαντώνομαι, κυμαίνομαι
to move back and forth repeatedly between two points or positions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
oscillate
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscillates
ενεστώτα μετοχή
oscillating
απλός αόριστος
oscillated
παθητική μετοχή
oscillated
Παραδείγματα
The stock market is currently oscillating between gains and losses.
Το χρηματιστήριο ταλαντεύεται αυτή τη στιγμή μεταξύ κερδών και ζημιών.
02
ταλαντεύομαι, κουνιέμαι
to move back and forth in a regular rhythm between two or more states, positions, or opinions
Intransitive
Παραδείγματα
After hearing both arguments, he continues to oscillate without making a final choice.
Αφού άκουσε και τα δύο επιχειρήματα, συνεχίζει να ταλαντεύεται χωρίς να κάνει μια τελική επιλογή.
03
ταλαντώνομαι
(of an electric current) to vary in strength or direction in a consistent, repetitive cycle
Intransitive
Παραδείγματα
The electric field oscillates in both magnitude and direction as the wave travels through space.
Το ηλεκτρικό πεδίο ταλαντώνεται τόσο σε μέγεθος όσο και σε κατεύθυνση καθώς το κύμα διαδίδεται στο χώρο.
Λεξικό Δέντρο
oscillation
oscillator
oscillate
oscill



























