Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to oscillate
01
ταλαντώνομαι, κυμαίνομαι
to move back and forth repeatedly between two points or positions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
oscillate
γ΄ ενικό πρόσωπο
oscillates
ενεστώτα μετοχή
oscillating
απλός αόριστος
oscillated
παθητική μετοχή
oscillated
Παραδείγματα
The pendulum swung back and forth, oscillating steadily over time.
Το εκκρεμές κουνιόταν μπρος-πίσω, ταλαντευόμενο σταθερά με το πέρασμα του χρόνου.
02
ταλαντεύομαι, κουνιέμαι
to move back and forth in a regular rhythm between two or more states, positions, or opinions
Intransitive
Παραδείγματα
Political views may oscillate from liberal to conservative as people experience different life stages.
Οι πολιτικές απόψεις μπορεί να ταλαντεύονται από φιλελεύθερες σε συντηρητικές καθώς οι άνθρωποι βιώνουν διαφορετικά στάδια ζωής.
03
ταλαντώνομαι
(of an electric current) to vary in strength or direction in a consistent, repetitive cycle
Intransitive
Παραδείγματα
The signal generator caused the current to oscillate between high and low voltages.
Ο γεννήτριας σήματος προκάλεσε το ρεύμα να ταλαντώνεται μεταξύ υψηλών και χαμηλών τάσεων.
Λεξικό Δέντρο
oscillation
oscillator
oscillate
oscill



























