Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Osteology
01
οστεολογία, μελέτη των οστών
the branch of anatomy that primarily focuses on the skeleton and bony structures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
osteologist
osteology
osteo



























