Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Old-timer
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
old-timers
Παραδείγματα
The old-timer’s wisdom and experience were highly respected by everyone in the community.
Η σοφία και η εμπειρία του παλαιού παλικαριού σεβόταν πολύ από όλους στην κοινότητα.
02
βετεράνος, παλαίμαχος
an experienced person who has been through many battles; someone who has given long service



























