Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oddly
01
παραδόξως, περίεργα
in an unusual or strange manner that is different from what is expected
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα τρόπου
Παραδείγματα
She looked at him oddly when he suggested eating ice cream for breakfast.
Τον κοίταξε παράξενα όταν πρότεινε να φάνε παγωτό για πρωινό.
Παραδείγματα
Oddly, she found herself missing the rainy weather.
Παραδόξως, βρέθηκε να νοσταλγεί τη βροχερή καιρό.
03
παραδόξως, περίεργα
in a strange manner
Λεξικό Δέντρο
oddly
odd



























