Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to augur
01
μαντεύω, προφητεύω
to predict future events based on omens or signs
Transitive: to augur future events
Παραδείγματα
The ancient tribe used the flight patterns of birds to augur the outcomes of their battles.
Η αρχαία φυλή χρησιμοποιούσε τα μοτίβα πτήσης των πουλιών για να προμηνύει τα αποτελέσματα των μαχών της.
02
προμηνύω, προαναγγέλλω
to signal or suggest whether something is likely to have a good or bad result
Intransitive: to augur in a specific manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
augur
γ΄ ενικό πρόσωπο
augurs
ενεστώτα μετοχή
auguring
απλός αόριστος
augured
παθητική μετοχή
augured
Παραδείγματα
His lack of preparation augured poorly for his chances of success in the interview.
Η έλλειψη προετοιμασίας του προμηνύει άσχημα για τις πιθανότητες επιτυχίας του στη συνέντευξη.
Augur
01
αυγουστιανός, μαντείο
(ancient Rome) a religious official who interpreted omens to guide public policy
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
augurs



























