null
null
nʌl
nal
gulllullmullhull

Ορισμός και σημασία του "null"στα αγγλικά

01

άκυρος, μη νομικά αναγνωρισμένος

invalid or not legally recognized 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
law, validity, status
Παραδείγματα
The contract became null after both parties failed to meet the deadline. 

Το συμβόλαιο έγινε άκυρο αφού και οι δύο πλευρές απέτυχαν να τηρήσουν την προθεσμία.

01

τίποτα, μηδέν

a quantity of no importance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
nulls

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store