Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
notorious
01
διαβόητος, γνωστός για κάτι αρνητικό
widely known for something negative or unfavorable
Παραδείγματα
The restaurant is notorious for poor service.
Το εστιατόριο είναι διαβόητο για την κακή του εξυπηρέτηση.
Λεξικό Δέντρο
notoriously
notorious
notor



























