nougat
nou
ˈnu:
noo
gat
gɑ:
gaa
nought

Ορισμός και σημασία του "nougat"στα αγγλικά

01

νουγά

a thick sweet filled with nuts or fruit pieces 
nougat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nougats
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store