Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to notify
01
ειδοποιώ, πληροφορώ
to officially let someone know about something
Transitive: to notify sb of sth | to notify sb about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
notify
γ΄ ενικό πρόσωπο
notifies
ενεστώτα μετοχή
notifying
απλός αόριστος
notified
παθητική μετοχή
notified
Παραδείγματα
The online platform will notify users of system updates and new features through notifications on the app.
Η διαδικτυακή πλατφόρμα θα ειδοποιεί τους χρήστες για ενημερώσεις συστήματος και νέες λειτουργίες μέσω ειδοποιήσεων στην εφαρμογή.
Λεξικό Δέντρο
notifiable
notify



























