Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noticed
01
παρατηρημένος, αντιληπτός
observed or perceived by someone
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most noticed
συγκριτικός βαθμός
more noticed
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, attention, observation
Παραδείγματα
The noticed errors in the report were quickly corrected before submission.
Τα παρατηρηθέντα λάθη στην αναφορά διορθώθηκαν γρήγορα πριν από την υποβολή.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unnoticed
noticed
notice



























