Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Notion
01
ιδέα, έννοια
a general concept or belief
Παραδείγματα
The notion of fairness is often debated in legal contexts.
Η έννοια της δικαιοσύνης συχνά συζητείται σε νομικά πλαίσια.
02
ιδέα, έννοια
a vague or imperfectly formed idea or belief, often held with some confidence
Παραδείγματα
The notion of luck guided his decisions.
Η έννοια της τύχης καθοδήγησε τις αποφάσεις του.
03
ιδέα, ιδιοτροπία
a fanciful, whimsical, or capricious idea
Παραδείγματα
The artist acted on a notion of creating something unusual.
Ο καλλιτέχνης ενεργούσε με βάση μια ιδέα δημιουργίας κάτι ασυνήθιστου.
04
εμπορεύματα μπαζαρίσματος, αξεσουάρ ραπτικής
small personal items, sewing supplies, or accessories
Παραδείγματα
He organized all his notions in a drawer.
Οργάνωσε όλα τα μικροαντικείμενά του σε ένα συρτάρι.
Λεξικό Δέντρο
notional
notion



























